Από τα κούτσουρα

Με αφορμή το άρθρο του Θανάση Τσιγγανά στην Καθημερινή της Παρασκευής, 16 Απριλίου, ένας από τους καημούς, που ξέρει τόσο καλά να υφαίνει η Θεσσαλονίκη, βγήκε στην επιφάνεια. Αυτός, για το κλάδεμα των δέντρων. Λίγες μέρες πριν, άφησα μια γλάστρα να σκάσει σαν καρπούζι στο πεζοδρόμιο, (ο βασιλικός είχε ξεραθεί), πετώντας την από το μπαλκόνι του πρώτου ορόφου και έχοντας βεβαιωθεί, ότι δεν περνούσε κανείς. Απονενοημένο διάβημα, εφόσον οι παρακλήσεις και τα δάκρυά μου για το νεαρό πλατάνι, δεν συγκίνησαν τον ξυλοκόπο, στο ανυψωτικό, που το κόντηνε κατά δύο τουλάχιστον μέτρα, χωρίς λόγο: δεν ακουμπούσε σε μπαλκόνι και τα καλώδια είναι πλέον υπόγεια.
Όμως, να, έτσι, επειδή κλάδεψαν τα άλλα πλατάνια του δρόμου, τα κλάδεψαν, τρόπος του λέγειν, τα άφησαν κούτσουρα, θλιβερά απο μηνάρια μιας προηγούμενης πράσινης ζωής.
Χρειάστηκα δύο ώρες για να συνέλθω, ξεχνώντας, στο διάστημα αυτό, τη διεθνή κατάσταση, το χάλι της χώρας, τους σεισμούς στην Αϊτή και τη Χιλή, το χρέος του τρίτου κόσμου, τους μετανάστες, τα πυρηνικά, την τρομοκρατία, την έγνοια για τους αγαπημένους μου, τους έρωτες, τις ευτυχισμένες μέρες, τις απουσίες, τα σχέδια για το αύριο. Στο κεφάλι μου υπήρχε μόνο ο φριχτός ήχος του αλυσοπρίονου, που διέκοψε την επικοινωνία μου με τη ζωή όπως έκοψε την κορυφή του νεαρού δέντρου, γεμάτου μικρά μεταξωτά φύλλα, δύο μόλις εβδομάδων.
Γιατί άραγε οι ευρωπαϊκές πόλεις έχουν δέντρα με πυκνές φυλλωσιές, που δίνουν σκιά, καθαρίζουν την ατμόσφαιρα, απορροφούν το θόρυβο; (κι ας μην τα έχουν τόση ανάγκη, εφόσον δεν είναι πρώτες σε σωματίδια, όπως η δική μας, ούτε ελπίζουν στα δέντρα, όπως εμείς, για να κρύψουμε ό,τι χτίσαμε.) Γιατί άραγε οι Κουτόφραγκοι δεν ζητούν τα φώτα του Δήμου Θεσσαλονίκης, όχι μόνο για το κλάδεμα των δέντρων, αλλά και τον αστικό εξοπλισμό, τα πέτρινα παγκάκια, που το καλοκαίρι, σου τον καίνε και το χειμώνα, σου τον παγώνουν, την αντικατάσταση των μπλε εμαγιέ πινακίδων των δρόμων από μαρμάρινες με μαύρο πλαίσιο, (μακριά από δω), την απαράδεκτη θέση των διαβάσεων για τα άτομα με μειωμένη όραση, τη «διαμόρφωση» των δημόσιων χώρων, τη λατρεία των πλακοστρώσεων;
Οι επί κεφαλής Νομαρχίας, Δήμου και Εκκλησίας, το τρίγωνο των Βερμούδων, παρασύρουν την πόλη σε ένα αργό βύθισμα.
Στο βιβλίο του, Θεσσαλονίκη, πόλη των φαντασμάτων, ο Μαρκ Μαζάουερ, αναφέρει, ότι «το ελληνικό στοιχείο, αντιδρούσε σε κάθε νεωτερικότητα, ήταν όμως πάντα πρόθυμο, να υιοθετήσει νέες ενδυματολογικές συνήθειες».
Ε, αυτό συμβαίνει και τώρα, δύο-τρεις αιώνες μετά. Ο συντηρητικός πυρήνας, είναι ιδανικός για να υποδεχτεί υστερικά συλλαλητήρια και κάψιμο βιβλίων.
Οι Θεσσαλονικείς γκρινιάζουν, και μερικές φορές, από κεκτημένη ταχύτητα. Πολλοί, σχετικοί με την Αρχιτεκτονική, βρίσκουν ενδιαφέρον το νέο Δημαρχείο, η θέση, ίσως, θα έπρεπε να είναι άλλη, για να μην κλείσει την κάτω όψη του τόσο σημαντικού Βυζαντινού Μουσείου. Το θεματικό πάρκο της νέας παραλίας, έχει επισκέπτες και ομορφαίνει, καθώς μεγαλώνουν οι κουκουναριές (να τις κρύψουμε, να τις κρύψουμε…). Η πόλη διαθέτει ένα ωραίο νεκροταφείο, το παλιό φυσικά! Όσο για τα Νέα Κοιμητήρια του Δήμου, δεν σου κάνει καρδιά ούτε να πεθάνεις, όσο κουρασμένος κι αν είσαι από τη ζωή. Εκτός κι αν επιθυμείς, διακαώς, να επισκεφτείς το βασίλειο του κιτς.
Διαθέτει, επίσης, μια όμορφη προκυμαία, με ωραία γαλλικά φανάρια, απ’ όπου κρέμονται, όλο το χρόνο, ανόητα εορταστικά λαμπιόνια. Ανάμεσα στο παλιό νεκροταφείο και τη θάλασσα, συνθλίβεται η πόλη, με το αντιφατικό, ακαθόριστο και ενίοτε, περιέργως, ενδιαφέρον προφίλ, θορυβώδης και ζωντανή.
Φεστιβάλ κινηματογράφου, Έκθεση βιβλίου, Μέγαρο Μουσικής, Μπιενάλε, Φωτομπιενάλε, Κρατική Ορχήστρα, Μουσεία, Θέατρα, συγγραφείς, ποιητές, δημοσιογράφοι, σκεπτόμενοι άνθρωποι όλων των ηλικιών, ανοιχτοί στον άλλο, στον διαφορετικό. Μήπως ένας μικρός παράδεισος; ΟΧΙ. Μάλλον σταθμός μετεπιβίβασης μιας πλανώμενης μελαγχολίας. Οι ενδιαφερόμενοι για τα παραπάνω, αποτελούν ένα μικρό ποσοστό, ίσως όσο το ποσοστό των ακροατών του τρίτου προγράμματος. Η συντριπτική πλειοψηφία θυμάται τις «φτηνές», πλην όμως ακριβοπληρωμένες μουσικές απολαύσεις, που τους προσφέρονται στην πλατεία Αριστοτέλους, η οποία, τελευταία, απειλείται να υποχρεωθεί να φιλοξενήσει τον ανδριάντα του Κ. Καραμανλή. Τα ονόματα του Μπεναρόγια, του Πολκ, του Λαμπράκη, δεν ξέρω τι της φέρνουν στη μνήμη. Η Θεσσαλονίκη, πόλη πολιτικών δολοφονιών και όχι μόνο, λατρεύει το βαδί-ζειν επικινδύνως, την επιθετική οδήγηση (αυτό πονάει όλη τη χώρα) και το θόρυβο. Φοβάται όμως τη σιωπή, φοβάται να δεί μέσα της, αν κάτι απέμεινε από το πολυπολιτισμικό παρελθόν της.
Στην προκυμαία, παραδομένη εξ ολοκλήρου στα θορυβώδη καφέ μπαρ, η νεολαία προσπαθεί να διασκεδάσει, αποφεύγοντας την επικοινωνία, ίσως και τη σκέψη ακόμα, γιατί η σκέψη ανήκει στη μελαγχολία. Οι απαισιόδοξοι έχουν δίκαιο, όμως οι αισιόδοξοι αλλάζουν τα πράγματα.
Και θέλω, θέλω πάρα πολύ να είμαι αισιόδοξη γι’ αυτή την πόλη, γι’αυτό τον τόπο, για το μέλλον των παιδιών πάνω στο άστρο που λέγεται ΓΗ.
Υ.Γ. και σας παρακαλώ, μην ακούσω ποτέ, μα ποτέ ξανά, τη λέξη συμπρωτεύουσα, ή, ερωτική πόλη. Δεν έχουμε δα και κανέναν γκαϊλέ εδώ πάνω.
Τέτα Μακρή – konteiner 7 – Μάϊος 2010
*Η Τέτα Μακρή είναι ζωγράφος, Ομότιμη καθηγήτρια της Σχολής Καλών Τεχνών του ΑΠΘ
Κατηγορία Articles | Comment (0) | Από τα κούτσουραLeave a Reply




